Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

tall building


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο building παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: tall
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'tall building' παραπέμπει στον όρο ''tall building''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'tall building' is cross-referenced with ''tall building''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: building, bldg., build

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
building n(structure)κτίριο, κτίσμα, οικοδόμημα ουσ ουδ
 This building can withstand an earthquake.
 Το κτίριο μπορεί να αντέξει στους σεισμούς.
building nuncountable (act of building) (διαδικασία)κατασκευή ουσ θηλ
  χτίσιμο ουσ ουδ
 The building of the pyramids took decades.
 Η κατασκευή των πυραμίδων πήρε δεκάδες χρόνια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bldg.,
bldg
n
abbreviation (building)κτίριο ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
build [sth] vtr(construct)χτίζω ρ μ
 (επίσημο)οικοδομώ, ανεγείρω ρ μ
  κατασκευάζω ρ μ
  φτιάχνω
 The construction company built the house in two months.
 Η κατασκευαστική εταιρία έχτισε το σπίτι σε δυο μήνες.
 Η κατασκευαστική εταιρία οικοδόμησε (or: ανέγειρε) το σπίτι σε δυο μήνες.
build [sth] vtr(establish and develop: a career) (καθομιλουμένη: καριέρα)κάνω ρ μ
 (μεταφορικά)χτίζω, κτίζω ρ μ
 He has built an international career for himself in business management.
build [sth] vtr(cause to be built)χτίζω, κτίζω ρ μ
 (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μ
 Donald will build a house on the coast. The builders will start in March.
build vi(construct)χτίζω ρ αμ
  κατασκευάζω ρ αμ
 (πιο καλλιτεχνικό)δημιουργώ ρ αμ
  κάνω κατασκευές περίφρ
 Jerry has always liked to build.
build vi(develop) (σταδιακά)αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι ρ αμ
 (μεταφορικά)χτίζομαι, κτίζομαι, οικοδομούμαι ρ αμ
 The intensity of the music is starting to build.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
build n(body shape)σωματική διάπλαση φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)κοψιά ουσ θηλ
 (επίσημο)σωματοδομή ουσ θηλ
 That supermodel has a nice build.
build n(style)στυλ ουσ ουδ άκλ
  σχεδιασμός ουσ αρσ
 I really like the build of that house - is it neo-Gothic?
build n(computing)έκδοση ουσ θηλ
 Download the latest build of the program to see if the bugs have been fixed.
build [sth] vtr(develop)αναπτύσσω, εξελίσσω ρ μ
 (σε κάτι)μεταμορφώνω ρ μ
 (μεταφορικά)χτίζω, κτίζω, οικοδομώ ρ μ
 We're hoping to build this town into a nice place to live.
build [sth] vtr(computing)φτιάχνω, κατασκευάζω, δημιουργώ ρ μ
 (από την αρχή)αναπτύσσω, σχεδιάζω ρ μ
 Build a copy of the application for that customer, please.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
build [sth] around [sth] vtr phrasal sep(base on)βασίζω ρ μ
build [sth] in,
build in [sth]
vtr phrasal sep
(incorporate)ενσωματώνω ρ μ
 (ντουλάπες, έπιπλα)φτιάχνω εντοιχισμένο... περίφρ
 The builders built in wardrobes in all the bedrooms.
 Οι κατασκευαστές έφτιαξαν εντοιχισμένες ντουλάπες σε όλα τα υπνοδωμάτια.
build on [sth],
build upon [sth]
vtr phrasal insep
figurative (develop further) (μεταφορικά)χτίζω πάνω σε κτ έκφρ
 The beginners' course will give you a good base which you can build on.
 Το πρόγραμμα αρχαρίων θα σου δώσει μια καλή βάση, πάνω στην οποία μπορείς να χτίσεις.
build [sth] up,
build up [sth]
vtr phrasal sep
figurative (business, etc.: develop) (μεταφορικά)χτίζω ρ μ
 Johnson gradually built up his business empire.
 Ο Τζόνσον έχτισε σταδιακά την αυτοκρατορία των επιχειρήσεών του.
build [sth] up,
build up [sth]
vtr phrasal sep
(muscles, physique: develop) (φυσική κατάσταση, μυς, αργκό)χτίζω κάτι ρ μ
 (φυσική κατάσταση, μυς, καθομιλουμένη)αναπτύσσω κάτι ρ μ
 Jason does weight training to build up his arm muscles.
build [sth] up,
build up [sth]
vtr phrasal sep
figurative (confidence: strengthen)αποκτώ ρ μ
 (η αυτοπεποίθηση)αυξάνομαι, μεγαλώνω ρ αμ
 The victory will help the team to build up its confidence.
 Η νίκη θα βοηθήσει την ομάδα να αποκτήσει αυτοπεποίθηση.
build up vi phrasalfigurative, informal (feeling: mount)αυξάνομαι ρ αμ
  γίνομαι πιο έντονος έκφρ
  εντείνομαι ρ αμ
 (μεταφορικά)φτάνω στα ύψη έκφρ
 Excitement was building up as the runners lined up for the race.
build up vi phrasal(accumulate)μαζεύομαι ρ αμ
  συσσωρεύομαι ρ αμ
  συγκεντρώνομαι ρ αμ
Σχόλιο: Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αποδόσεις που προτείνονται δεν ταιριάζουν, όπως λ.χ. στην πρόταση του παραδείγματος που αποδίδεται ως «Άρχισε να δημιουργείται μποτιλιάρισμα γύρω από τον τόπο του ατυχήματος».
 Traffic is building up around the scene of the crash.
build up to [sth] vi phrasal + prepfigurative (work gradually towards [sth])εξελίσσομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  οδηγούμαι σταδιακά προς κτ περίφρ
 The race was building up to an exciting finish.
 Η κούρσα οδηγούνταν σταδιακά προς ένα συναρπαστικό φινάλε.
build upon [sth] vtr phrasal insepfigurative (develop further) (μεταφορικά)χτίζω πάνω σε περίφρ
 The new head coach said he would build upon the team's existing strengths.
build [sth] upon [sth] vtr phrasal sep(base on)χτίζω κτ σε κτ, χτίζω κτ πάνω σε κτ περίφρ
  στηρίζω κτ σε κτ περίφρ
 They built the city upon firm foundations.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
building | build | bldg.
ΑγγλικάΕλληνικά
apartment building nUS (block of flats)πολυκατοικία ουσ θηλ
 The city razed the old apartment buildings, as they were condemned last year.
bridge-building n(construction of bridges)γεφυροποιία ουσ θηλ
  κατασκευή γεφυρών φρ ως ουσ θηλ
bridge-building nfigurative (building good relationships)εύρεση διαύλων επικοινωνίας φρ ως ουσ θηλ
  γεφύρωση διαφορών φρ ως ουσ θηλ
  δημιουργία σχέσεων συνεργασίας φρ ως ουσ θηλ
  διαμόρφωση καλών σχέσεων φρ ως ουσ θηλ
building block n(child's toy cube)τουβλάκι ουσ ουδ
 The little girl made a tower with her wooden building blocks.
building block n(construction: brick)τσιμεντόλιθος ουσ αρσ
  τούβλο ουσ ουδ
 We raised the rain barrel by putting it on four concrete building blocks.
building block nfigurative (fundamental element) (μεταφορικά)θεμέλιο ουσ ουδ
 Amino acids are the building blocks of proteins.
building code n(combination: gives entry)κωδικός εισόδου σε κτίριο
building code nUS (construction regulations)κανονισμοί που αφορούν την ανέγερση οικοδομής ουσ αρσ πλ
 The building code requires that all staircases have railings of a certain height.
building material n([sth] used to construct buildings)οικοδομικά υλικά ουσ ουδ πλ
 The contractor ordered the building materials for my new house.
building permit n(authorization to build)οικοδομική άδεια επίθ + ουσ θηλ
 You cannot start construction until the county issues a building permit.
building site n(construction area)εργοτάξιο ουσ ουδ
 (μόνο το κτίριο)οικοδομή ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)γιαπί ουσ ουδ
 Everyone has to report to the office before entering the building site.
building site nfigurative (untidy place) (μεταφορικά)χοιροστάσιο ουσ ουδ
 My teenager's bedroom is a building site!
building trade n(construction industry)οικοδομικές επιχειρήσεις ουσ θηλ πλ
Empire State Building n(New York City skyscraper)Κτίριο Εμπάιρ Στέιτ φρ ως ουσ ουδ άκλ
 For a long time, the Empire State Building was the world's tallest skyscraper.
 Για πολύ καιρό το Κτίριο Εμπάιρ Στέιτ ήταν ο ψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου.
government building n(building used for government business)κτίριο κυβερνητικής χρήσης φρ ως ουσ ουδ
government building n(building owned by the government)κυβερνητικό κτίριο επίθ + ουσ ουδ
office building n(building containing offices)κτίριο γραφείων έκφρ
 My doctor is on the 5th floor of that office building.
parliament building n(structure housing legislative offices) (κτίριο)βουλή ουσ θηλ
  κοινοβούλιο ουσ ουδ
 (σπάνιο)βουλευτήριο ουσ ουδ
partnership building n(establishing a collaboration)δημιουργία συνεταιρικής σχέσης, δημιουργία εταιρικής σχέσης περίφρ
  δημιουργία συνεργασίας περίφρ
 (μεταφορικά)οικοδόμηση συνεταιρικής σχέσης, οικοδόμηση εταιρικής σχέσης περίφρ
 (μεταφορικά)οικοδόμηση συνεργασίας περίφρ
sick building syndrome (pathology)σύνδρομο ανθυγιεινών κτιρίων φρ ως ουσ ουδ
team building n(development of camaraderie)ανάπτυξη του ομαδικού πνεύματος ουσ ουδ
 In small groups, the colleagues were tasked with building a model bridge as an exercise in team building.
terminal building n(enclosed airport or railway concourse)τερματικός σταθμός φρ ως ουσ αρσ
 (σε αεροδρόμιο)αεροσταθμός ουσ αρσ
trophy building n(prestigious manmade landmark)κτίριο ορόσημο φρ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tall building' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tall building στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tall building».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!